れい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διέγερση
  2. 02 παρακίνηση, αναζωογόνηση, τόνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
励起する
Παρόν (ευγενικό)
励起します
Άρνηση (απλή)
励起しない
Άρνηση (ευγενική)
励起しません
Παρελθόν (απλό)
励起した
Παρελθόν (ευγενικό)
励起しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
励起しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
励起しませんでした
Τε-μορφή
励起して
Δυνητική
励起できる
Προστακτική
励起しろ
Βουλητική
励起しよう
Υποθετική (ば)
励起すれば