労う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εκφράζω την εκτίμησή μου για, αναγνωρίζω τους κόπους (ιδιαίτερα από κάποιον ισότιμο ή κατώτερο), ευχαριστώ για, ανταμείβω για
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 労う
- Παρόν (ευγενικό)
- 労います
- Άρνηση (απλή)
- 労わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 労いません
- Παρελθόν (απλό)
- 労った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 労いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 労わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 労いませんでした
- Τε-μορφή
- 労って
- Δυνητική
- 労える
- Προστακτική
- 労え
- Βουλητική
- 労おう
- Υποθετική (ば)
- 労えば
- Υποθετική (たら)
- 労ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 労いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 労うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 労いなさい
- Παθητική
- 労われる
- Αιτιατική
- 労わせる