いたわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λυπάμαι, συμπονώ, δείχνω κατανόηση, παρηγορώ, συμπεριφέρομαι με καλοσύνη
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα φροντίζω (π.χ. έναν τραυματισμό), περιποιούμαι, νοσηλεύω, καταπραΰνω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτιμώ, αναγνωρίζω (τις προσπάθειες κάποιου), ανταμείβω

Κλίση

Παρόν (απλό)
労る
Παρόν (ευγενικό)
労ります
Άρνηση (απλή)
労らない
Άρνηση (ευγενική)
労りません
Παρελθόν (απλό)
労った
Παρελθόν (ευγενικό)
労りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
労らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
労りませんでした
Τε-μορφή
労って
Δυνητική
労れる
Προστακτική
労れ
Βουλητική
労ろう
Υποθετική (ば)
労れば