労力を省く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξοικονομώ κόπο, γλιτώνω δουλειά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 労力を省く
- Παρόν (ευγενικό)
- 労力を省きます
- Άρνηση (απλή)
- 労力を省かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 労力を省きません
- Παρελθόν (απλό)
- 労力を省いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 労力を省きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 労力を省かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 労力を省きませんでした
- Τε-μορφή
- 労力を省いて
- Δυνητική
- 労力を省ける
- Προστακτική
- 労力を省け
- Βουλητική
- 労力を省こう
- Υποθετική (ば)
- 労力を省けば
- Υποθετική (たら)
- 労力を省いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 労力を省きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 労力を省くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 労力を省きなさい
- Παθητική
- 労力を省かれる
- Αιτιατική
- 労力を省かせる