ぼっぱつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξέσπασμα (π.χ. πολέμου), εκδήλωση, αιφνίδιο συμβάν

Κλίση

Παρόν (απλό)
勃発する
Παρόν (ευγενικό)
勃発します
Άρνηση (απλή)
勃発しない
Άρνηση (ευγενική)
勃発しません
Παρελθόν (απλό)
勃発した
Παρελθόν (ευγενικό)
勃発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勃発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勃発しませんでした
Τε-μορφή
勃発して
Δυνητική
勃発できる
Προστακτική
勃発しろ
Βουλητική
勃発しよう
Υποθετική (ば)
勃発すれば