ぼっこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απότομη άνοδος στην εξουσία, ξαφνική άνθηση της ευημερίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
勃興する
Παρόν (ευγενικό)
勃興します
Άρνηση (απλή)
勃興しない
Άρνηση (ευγενική)
勃興しません
Παρελθόν (απλό)
勃興した
Παρελθόν (ευγενικό)
勃興しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勃興しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勃興しませんでした
Τε-μορφή
勃興して
Δυνητική
勃興できる
Προστακτική
勃興しろ
Βουλητική
勃興しよう
Υποθετική (ば)
勃興すれば