ぼっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στύση (του πέους), ορθοστάτωση, σκλήρυνση
  2. 02 ανάβλυση (ενός συναισθήματος), συναισθηματική έξαρση

Κλίση

Παρόν (απλό)
勃起する
Παρόν (ευγενικό)
勃起します
Άρνηση (απλή)
勃起しない
Άρνηση (ευγενική)
勃起しません
Παρελθόν (απλό)
勃起した
Παρελθόν (ευγενικό)
勃起しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勃起しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勃起しませんでした
Τε-μορφή
勃起して
Δυνητική
勃起できる
Προστακτική
勃起しろ
Βουλητική
勃起しよう
Υποθετική (ば)
勃起すれば