勃起
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στύση (του πέους), ορθοστάτωση, σκλήρυνση
- 02 ανάβλυση (ενός συναισθήματος), συναισθηματική έξαρση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勃起する
- Παρόν (ευγενικό)
- 勃起します
- Άρνηση (απλή)
- 勃起しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勃起しません
- Παρελθόν (απλό)
- 勃起した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勃起しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勃起しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勃起しませんでした
- Τε-μορφή
- 勃起して
- Δυνητική
- 勃起できる
- Προστακτική
- 勃起しろ
- Βουλητική
- 勃起しよう
- Υποθετική (ば)
- 勃起すれば
- Υποθετική (たら)
- 勃起したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勃起したい
- Απαγορευτική (~な)
- 勃起するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勃起しなさい
- Παθητική
- 勃起される
- Αιτιατική
- 勃起させる