いさましい

επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γενναίος, ανδρείος, θαρραλέος, ατρόμητος
  2. 02 συναρπαστικός, ζωηρός, εμψυχωτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
勇ましい
Παρόν (ευγενικό)
勇ましいです
Άρνηση (απλή)
勇ましくない
Άρνηση (ευγενική)
勇ましくないです
Παρελθόν (απλό)
勇ましかった
Παρελθόν (ευγενικό)
勇ましかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勇ましくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勇ましくなかったです
Τε-μορφή
勇ましくて
Υποθετική (ば)
勇ましければ