いさ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω ανεβασμένη διάθεση, ενθαρρύνομαι, είμαι ζωηρός, φτιάχνω το κέφι μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
勇む
Παρόν (ευγενικό)
勇みます
Άρνηση (απλή)
勇まない
Άρνηση (ευγενική)
勇みません
Παρελθόν (απλό)
勇んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
勇みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勇まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勇みませんでした
Τε-μορφή
勇んで
Δυνητική
勇める
Προστακτική
勇め
Βουλητική
勇もう
Υποθετική (ば)
勇めば