勉強になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκτώ γνώσεις, φωτίζομαι
- 02 επιμορφωτικός, κατατοπιστικός, διδακτικός
Παραδείγματα
-
この本は勉強になります。
Αυτό το βιβλίο είναι πολύ διδακτικό.
-
先生のお話はいつも勉強になります。
Οι ομιλίες του δασκάλου είναι πάντα κατατοπιστικές.
-
様々な経験をすることは、人生において大いに勉強になります。
Το να αποκτά κανείς ποικίλες εμπειρίες είναι εξαιρετικά επιμορφωτικό στη ζωή.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勉強になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 勉強になります
- Άρνηση (απλή)
- 勉強にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勉強になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 勉強になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勉強になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勉強にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勉強になりませんでした
- Τε-μορφή
- 勉強になって
- Δυνητική
- 勉強になれる
- Προστακτική
- 勉強になれ
- Βουλητική
- 勉強になろう
- Υποθετική (ば)
- 勉強になれば
- Υποθετική (たら)
- 勉強になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勉強になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 勉強になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勉強になりなさい
- Παθητική
- 勉強になられる
- Αιτιατική
- 勉強にならせる