勉強に励む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μελετώ επιμελώς, καταβάλλω προσπάθεια στα μαθήματά μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勉強に励む
- Παρόν (ευγενικό)
- 勉強に励みます
- Άρνηση (απλή)
- 勉強に励まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勉強に励みません
- Παρελθόν (απλό)
- 勉強に励んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勉強に励みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勉強に励まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勉強に励みませんでした
- Τε-μορφή
- 勉強に励んで
- Δυνητική
- 勉強に励める
- Προστακτική
- 勉強に励め
- Βουλητική
- 勉強に励もう
- Υποθετική (ば)
- 勉強に励めば
- Υποθετική (たら)
- 勉強に励んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勉強に励みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 勉強に励むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勉強に励みなさい
- Παθητική
- 勉強に励まれる
- Αιτιατική
- 勉強に励ませる