ろくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίζομαι, διευθύνω
  2. 02 σκαλίζω, χαράζω, γράφω (για τις επόμενες γενιές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
勒する
Παρόν (ευγενικό)
勒します
Άρνηση (απλή)
勒しない
Άρνηση (ευγενική)
勒しません
Παρελθόν (απλό)
勒した
Παρελθόν (ευγενικό)
勒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勒しませんでした
Τε-μορφή
勒して
Δυνητική
勒できる
Προστακτική
勒しろ
Βουλητική
勒しよう
Υποθετική (ば)
勒すれば