動かす
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κινώ, μετακινώ, μετατοπίζω, μεταβάλλω θέση
- 02 εμπνέω, συγκινώ (π.χ. συναισθήματα), παρακινώ, επηρεάζω
- 03 αλλάζω, μεταβάλλω, ανατρέπω
- 04 λειτουργώ, θέτω σε κίνηση, βάζω μπρος, χειρίζομαι
- 05 κινητοποιώ (π.χ. στρατεύματα), αναπτύσσω
- 06 διαχειρίζομαι (π.χ. κεφάλαια)
Παραδείγματα
-
手を動かす。
Κούνα το χέρι σου.
-
この機械を動かすのは難しいです。
Είναι δύσκολο να λειτουργήσει κανείς αυτή τη μηχανή.
-
このプロジェクトを円滑に動かすためには、チーム全体の協力が不可欠だ。
Για να λειτουργήσει ομαλά αυτό το έργο, η συνεργασία ολόκληρης της ομάδας είναι απαραίτητη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 動かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 動かします
- Άρνηση (απλή)
- 動かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 動かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 動かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 動かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 動かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 動かしませんでした
- Τε-μορφή
- 動かして
- Δυνητική
- 動かせる
- Προστακτική
- 動かせ
- Βουλητική
- 動かそう
- Υποθετική (ば)
- 動かせば
- Υποθετική (たら)
- 動かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 動かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 動かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 動かしなさい
- Παθητική
- 動かされる
- Αιτιατική
- 動かさせる