動どうじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταράζομαι, αναστατώνομαι

Παραδείγματα

  • 彼かれは少すこしも動どうじません。

    Αυτός δεν αναστατώνεται καθόλου.

  • 何なにがあっても、冷静れいせいでいれば決けっして動どうじることはありません。

    Ό,τι κι αν συμβεί, αν παραμείνεις ήρεμος, ποτέ δεν θα ταραχτείς.

  • 大勢おおぜいの観客かんきゃくの前まえでも、彼かれは一切いっさい動どうじることなく、完璧かんぺきな演奏えんそうを披露ひろうした。

    Ακόμα και μπροστά σε ένα μεγάλο κοινό, δεν ταράχτηκε καθόλου και παρουσίασε μια άψογη παράσταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
動じる
Παρόν (ευγενικό)
動じます
Άρνηση (απλή)
動じない
Άρνηση (ευγενική)
動じません
Παρελθόν (απλό)
動じた
Παρελθόν (ευγενικό)
動じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
動じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
動じませんでした
Τε-μορφή
動じて
Δυνητική
動じられる
Προστακτική
動じろ
Βουλητική
動じよう
Υποθετική (ば)
動じれば