どうづけ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρακίνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
動機づけする
Παρόν (ευγενικό)
動機づけします
Άρνηση (απλή)
動機づけしない
Άρνηση (ευγενική)
動機づけしません
Παρελθόν (απλό)
動機づけした
Παρελθόν (ευγενικό)
動機づけしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
動機づけしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
動機づけしませんでした
Τε-μορφή
動機づけして
Δυνητική
動機づけできる
Προστακτική
動機づけしろ
Βουλητική
動機づけしよう
Υποθετική (ば)
動機づけすれば