どうてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταραχή, πανικός, αναστάτωση, έκπληξη, τρόμος
  2. 02 μετάβαση, αλλαγή, μετακίνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
動転する
Παρόν (ευγενικό)
動転します
Άρνηση (απλή)
動転しない
Άρνηση (ευγενική)
動転しません
Παρελθόν (απλό)
動転した
Παρελθόν (ευγενικό)
動転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
動転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
動転しませんでした
Τε-μορφή
動転して
Δυνητική
動転できる
Προστακτική
動転しろ
Βουλητική
動転しよう
Υποθετική (ば)
動転すれば