かんごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλεγχος και επαλήθευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
勘合する
Παρόν (ευγενικό)
勘合します
Άρνηση (απλή)
勘合しない
Άρνηση (ευγενική)
勘合しません
Παρελθόν (απλό)
勘合した
Παρελθόν (ευγενικό)
勘合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勘合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勘合しませんでした
Τε-μορφή
勘合して
Δυνητική
勘合できる
Προστακτική
勘合しろ
Βουλητική
勘合しよう
Υποθετική (ば)
勘合すれば