がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκρίνομαι (π.χ. στους τελικούς), περνώ στον επόμενο γύρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
勝ち上がる
Παρόν (ευγενικό)
勝ち上がります
Άρνηση (απλή)
勝ち上がらない
Άρνηση (ευγενική)
勝ち上がりません
Παρελθόν (απλό)
勝ち上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
勝ち上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勝ち上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勝ち上がりませんでした
Τε-μορφή
勝ち上がって
Δυνητική
勝ち上がれる
Προστακτική
勝ち上がれ
Βουλητική
勝ち上がろう
Υποθετική (ば)
勝ち上がれば