勝ち上がる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προκρίνομαι (π.χ. στους τελικούς), περνώ στον επόμενο γύρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勝ち上がる
- Παρόν (ευγενικό)
- 勝ち上がります
- Άρνηση (απλή)
- 勝ち上がらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勝ち上がりません
- Παρελθόν (απλό)
- 勝ち上がった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勝ち上がりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勝ち上がらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勝ち上がりませんでした
- Τε-μορφή
- 勝ち上がって
- Δυνητική
- 勝ち上がれる
- Προστακτική
- 勝ち上がれ
- Βουλητική
- 勝ち上がろう
- Υποθετική (ば)
- 勝ち上がれば
- Υποθετική (たら)
- 勝ち上がったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勝ち上がりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 勝ち上がるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勝ち上がりなさい
- Παθητική
- 勝ち上がられる
- Αιτιατική
- 勝ち上がらせる