ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω διαδοχικά (π.χ. για την πρόκριση στον επόμενο γύρο), κερδίζω το ένα παιχνίδι μετά το άλλο
  2. 02 επιτυγχάνω την τελική νίκη, μάχομαι μέχρι τέλους και κερδίζω, αναδεικνύομαι νικητής

Κλίση

Παρόν (απλό)
勝ち抜く
Παρόν (ευγενικό)
勝ち抜きます
Άρνηση (απλή)
勝ち抜かない
Άρνηση (ευγενική)
勝ち抜きません
Παρελθόν (απλό)
勝ち抜いた
Παρελθόν (ευγενικό)
勝ち抜きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勝ち抜かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勝ち抜きませんでした
Τε-μορφή
勝ち抜いて
Δυνητική
勝ち抜ける
Προστακτική
勝ち抜け
Βουλητική
勝ち抜こう
Υποθετική (ば)
勝ち抜けば