勝ち通す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κερδίζω συνεχόμενες νίκες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勝ち通す
- Παρόν (ευγενικό)
- 勝ち通します
- Άρνηση (απλή)
- 勝ち通さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勝ち通しません
- Παρελθόν (απλό)
- 勝ち通した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勝ち通しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勝ち通さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勝ち通しませんでした
- Τε-μορφή
- 勝ち通して
- Δυνητική
- 勝ち通せる
- Προστακτική
- 勝ち通せ
- Βουλητική
- 勝ち通そう
- Υποθετική (ば)
- 勝ち通せば
- Υποθετική (たら)
- 勝ち通したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勝ち通したい
- Απαγορευτική (~な)
- 勝ち通すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勝ち通しなさい
- Παθητική
- 勝ち通される
- Αιτιατική
- 勝ち通させる