しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νίκη σε δικαστική υπόθεση, δικαστική νίκη

Κλίση

Παρόν (απλό)
勝訴する
Παρόν (ευγενικό)
勝訴します
Άρνηση (απλή)
勝訴しない
Άρνηση (ευγενική)
勝訴しません
Παρελθόν (απλό)
勝訴した
Παρελθόν (ευγενικό)
勝訴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勝訴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勝訴しませんでした
Τε-μορφή
勝訴して
Δυνητική
勝訴できる
Προστακτική
勝訴しろ
Βουλητική
勝訴しよう
Υποθετική (ば)
勝訴すれば