勝負
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 νίκη ή ήττα
- 02 αγώνας, αναμέτρηση, παιχνίδι
Παραδείγματα
-
勝負しましょう。
Ας παίξουμε ένα παιχνίδι.
-
最後の一球で勝負が決まった。
Το παιχνίδι κρίθηκε στην τελευταία μπάλα.
-
人生には、ここぞという時に大きな勝負に出るべき瞬間があります。
Στη ζωή υπάρχουν στιγμές που πρέπει να ρισκάρεις και να πάρεις μια μεγάλη απόφαση, όταν έρθει η ώρα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勝負する
- Παρόν (ευγενικό)
- 勝負します
- Άρνηση (απλή)
- 勝負しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勝負しません
- Παρελθόν (απλό)
- 勝負した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勝負しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勝負しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勝負しませんでした
- Τε-μορφή
- 勝負して
- Δυνητική
- 勝負できる
- Προστακτική
- 勝負しろ
- Βουλητική
- 勝負しよう
- Υποθετική (ば)
- 勝負すれば
- Υποθετική (たら)
- 勝負したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勝負したい
- Απαγορευτική (~な)
- 勝負するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勝負しなさい
- Παθητική
- 勝負される
- Αιτιατική
- 勝負させる