勧すすめる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συστήνω (να κάνει κάποιος κάτι), συμβουλεύω, ενθαρρύνω, παροτρύνω
  2. 02 ειδικά ως 薦める συστήνω (ένα βιβλίο, κάποιον για μια θέση κ.λπ.), προτείνω
  3. 03 προσφέρω (ποτό, τσιγάρο, θέση κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • お茶ちゃを勧すすめます。

    Σας προσφέρω τσάι.

  • この本ほんを友達ともだちに勧すすめます。

    Προτείνω αυτό το βιβλίο στον φίλο μου.

  • 彼かれには、もっと自分じぶんの意見いけんを積極的せっきょくてきに述のべるよう勧すすめています。

    Τον ενθαρρύνω να εκφράζει πιο ενεργά τη γνώμη του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
勧める
Παρόν (ευγενικό)
勧めます
Άρνηση (απλή)
勧めない
Άρνηση (ευγενική)
勧めません
Παρελθόν (απλό)
勧めた
Παρελθόν (ευγενικό)
勧めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勧めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勧めませんでした
Τε-μορφή
勧めて
Δυνητική
勧められる
Προστακτική
勧めろ
Βουλητική
勧めよう
Υποθετική (ば)
勧めれば