勧化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγκέντρωση χρημάτων για θρησκευτικούς σκοπούς, βουδιστικό κήρυγμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 勧化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 勧化します
- Άρνηση (απλή)
- 勧化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 勧化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 勧化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 勧化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 勧化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 勧化しませんでした
- Τε-μορφή
- 勧化して
- Δυνητική
- 勧化できる
- Προστακτική
- 勧化しろ
- Βουλητική
- 勧化しよう
- Υποθετική (ば)
- 勧化すれば
- Υποθετική (たら)
- 勧化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 勧化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 勧化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 勧化しなさい
- Παθητική
- 勧化される
- Αιτιατική
- 勧化させる