かんがく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενθάρρυνση της μάθησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
勧学する
Παρόν (ευγενικό)
勧学します
Άρνηση (απλή)
勧学しない
Άρνηση (ευγενική)
勧学しません
Παρελθόν (απλό)
勧学した
Παρελθόν (ευγενικό)
勧学しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勧学しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勧学しませんでした
Τε-μορφή
勧学して
Δυνητική
勧学できる
Προστακτική
勧学しろ
Βουλητική
勧学しよう
Υποθετική (ば)
勧学すれば