かんぜい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρακίνηση, πειθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
勧説する
Παρόν (ευγενικό)
勧説します
Άρνηση (απλή)
勧説しない
Άρνηση (ευγενική)
勧説しません
Παρελθόν (απλό)
勧説した
Παρελθόν (ευγενικό)
勧説しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勧説しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勧説しませんでした
Τε-μορφή
勧説して
Δυνητική
勧説できる
Προστακτική
勧説しろ
Βουλητική
勧説しよう
Υποθετική (ば)
勧説すれば