かんじん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρανος για την ανέγερση ή συντήρηση ναού

Κλίση

Παρόν (απλό)
勧進する
Παρόν (ευγενικό)
勧進します
Άρνηση (απλή)
勧進しない
Άρνηση (ευγενική)
勧進しません
Παρελθόν (απλό)
勧進した
Παρελθόν (ευγενικό)
勧進しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勧進しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勧進しませんでした
Τε-μορφή
勧進して
Δυνητική
勧進できる
Προστακτική
勧進しろ
Βουλητική
勧進しよう
Υποθετική (ば)
勧進すれば