勿れ
επίθημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα μην, απαγορεύεται
Παραδείγματα
- 鶏口となるも牛後となる勿れ けいこうとなるもぎゅうごとなるなかれ καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά τελευταίος στην πόλη, προτιμότερο να είσαι το κεφάλι του σκύλου παρά η ουρά του λιονταριού, προτιμότερο να είσαι το στόμα της κότας παρά η ουρά της αγελάδας
- 過ちては則ち改むるに憚ること勿れ あやまちてはすなわちあらたむるにはばかることなかれ όταν κάνεις ένα λάθος, μην διστάσεις να το διορθώσεις, μην καθυστερείς να επανορθώσεις για τα σφάλματά σου
- 己の欲せざる所は人に施す勿れ おのれのほっせざるところはひとにほどこすなかれ μην κάνεις στους άλλους ό,τι δεν θα ήθελες να κάνουν σε σένα