にお

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευωδιάζω, μυρίζω ευχάριστα
  2. 02 μυρίζω άσχημα, βρωμάω
  3. 03 λάμπω, ακτινοβολώ
  4. 04 προδίδω, υποδηλώνω, αφήνω να εννοηθεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
匂う
Παρόν (ευγενικό)
匂います
Άρνηση (απλή)
匂わない
Άρνηση (ευγενική)
匂いません
Παρελθόν (απλό)
匂った
Παρελθόν (ευγενικό)
匂いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
匂わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
匂いませんでした
Τε-μορφή
匂って
Δυνητική
匂える
Προστακτική
匂え
Βουλητική
匂おう
Υποθετική (ば)
匂えば