つつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυλίγω

Παραδείγματα

  • 赤ちゃんあかちゃん毛布もうふつつ

    Τυλίγω το μωρό στην κουβέρτα.

  • かれやさしさでつつような笑顔えがおだった。

    Είχε ένα χαμόγελο που τον τύλιγε με καλοσύνη.

  • 都会とかい喧騒けんそうからはなれ、静寂せいじゃくが私たちをやさしくつつ場所ばしょつけた。

    Απομακρυνθήκαμε από τη φασαρία της πόλης και βρήκαμε ένα μέρος όπου η ησυχία μας τύλιγε απαλά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
包み込む
Παρόν (ευγενικό)
包み込みます
Άρνηση (απλή)
包み込まない
Άρνηση (ευγενική)
包み込みません
Παρελθόν (απλό)
包み込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
包み込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
包み込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
包み込みませんでした
Τε-μορφή
包み込んで
Δυνητική
包み込める
Προστακτική
包み込め
Βουλητική
包み込もう
Υποθετική (ば)
包み込めば