かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαγεύω, μπερδεύω, ξορκίζω, εξαπατώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
化かす
Παρόν (ευγενικό)
化かします
Άρνηση (απλή)
化かさない
Άρνηση (ευγενική)
化かしません
Παρελθόν (απλό)
化かした
Παρελθόν (ευγενικό)
化かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
化かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
化かしませんでした
Τε-μορφή
化かして
Δυνητική
化かせる
Προστακτική
化かせ
Βουλητική
化かそう
Υποθετική (ば)
化かせば