けて

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φανερώνομαι ως φάντασμα, εμφανίζομαι ως πνεύμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
化けて出る
Παρόν (ευγενικό)
化けて出ます
Άρνηση (απλή)
化けて出ない
Άρνηση (ευγενική)
化けて出ません
Παρελθόν (απλό)
化けて出た
Παρελθόν (ευγενικό)
化けて出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
化けて出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
化けて出ませんでした
Τε-μορφή
化けて出て
Δυνητική
化けて出られる
Προστακτική
化けて出ろ
Βουλητική
化けて出よう
Υποθετική (ば)
化けて出れば