化導
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθοδηγώ κάποιον προς το καλό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 化導する
- Παρόν (ευγενικό)
- 化導します
- Άρνηση (απλή)
- 化導しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 化導しません
- Παρελθόν (απλό)
- 化導した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 化導しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 化導しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 化導しませんでした
- Τε-μορφή
- 化導して
- Δυνητική
- 化導できる
- Προστακτική
- 化導しろ
- Βουλητική
- 化導しよう
- Υποθετική (ば)
- 化導すれば
- Υποθετική (たら)
- 化導したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 化導したい
- Απαγορευτική (~な)
- 化導するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 化導しなさい
- Παθητική
- 化導される
- Αιτιατική
- 化導させる