げん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φανέρωση σε σωματική μορφή (θεότητας ή Βούδα), ενσάρκωση, άβαταρ

Κλίση

Παρόν (απλό)
化現する
Παρόν (ευγενικό)
化現します
Άρνηση (απλή)
化現しない
Άρνηση (ευγενική)
化現しません
Παρελθόν (απλό)
化現した
Παρελθόν (ευγενικό)
化現しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
化現しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
化現しませんでした
Τε-μορφή
化現して
Δυνητική
化現できる
Προστακτική
化現しろ
Βουλητική
化現しよう
Υποθετική (ば)
化現すれば