せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: けしょう

  1. 01 ανάπτυξη, μεταμόρφωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
化生する
Παρόν (ευγενικό)
化生します
Άρνηση (απλή)
化生しない
Άρνηση (ευγενική)
化生しません
Παρελθόν (απλό)
化生した
Παρελθόν (ευγενικό)
化生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
化生しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
化生しませんでした
Τε-μορφή
化生して
Δυνητική
化生できる
Προστακτική
化生しろ
Βουλητική
化生しよう
Υποθετική (ば)
化生すれば