しん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενσάρκωση, προσωποποίηση, μετενσάρκωση, άβαταρ

Κλίση

Παρόν (απλό)
化身する
Παρόν (ευγενικό)
化身します
Άρνηση (απλή)
化身しない
Άρνηση (ευγενική)
化身しません
Παρελθόν (απλό)
化身した
Παρελθόν (ευγενικό)
化身しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
化身しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
化身しませんでした
Τε-μορφή
化身して
Δυνητική
化身できる
Προστακτική
化身しろ
Βουλητική
化身しよう
Υποθετική (ば)
化身すれば