きたする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο πηγαίνω προς τον βορρά

Κλίση

Παρόν (απλό)
北する
Παρόν (ευγενικό)
北します
Άρνηση (απλή)
北しない
Άρνηση (ευγενική)
北しません
Παρελθόν (απλό)
北した
Παρελθόν (ευγενικό)
北しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
北しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
北しませんでした
Τε-μορφή
北して
Δυνητική
北できる
Προστακτική
北しろ
Βουλητική
北しよう
Υποθετική (ば)
北すれば