しゃかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επισκέπτομαι γιατρό

Κλίση

Παρόν (απλό)
医者に掛かる
Παρόν (ευγενικό)
医者に掛かります
Άρνηση (απλή)
医者に掛からない
Άρνηση (ευγενική)
医者に掛かりません
Παρελθόν (απλό)
医者に掛かった
Παρελθόν (ευγενικό)
医者に掛かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
医者に掛からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
医者に掛かりませんでした
Τε-μορφή
医者に掛かって
Δυνητική
医者に掛かれる
Προστακτική
医者に掛かれ
Βουλητική
医者に掛かろう
Υποθετική (ば)
医者に掛かれば