じゅう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω τον σταυρό μου, σταυροκοπιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
十字を切る
Παρόν (ευγενικό)
十字を切ります
Άρνηση (απλή)
十字を切らない
Άρνηση (ευγενική)
十字を切りません
Παρελθόν (απλό)
十字を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
十字を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
十字を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
十字を切りませんでした
Τε-μορφή
十字を切って
Δυνητική
十字を切れる
Προστακτική
十字を切れ
Βουλητική
十字を切ろう
Υποθετική (ば)
十字を切れば