千切る
ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κομματιάζω, σκίζω σε κομμάτια, κατατεμαχίζω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μαζεύω (π.χ. φρούτα), τρυγώ, ξεριζώνω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα κάνω κάτι έντονα, κάνω κάτι εγκάρδια, κάνω κάτι δυναμικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 千切る
- Παρόν (ευγενικό)
- 千切ります
- Άρνηση (απλή)
- 千切らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 千切りません
- Παρελθόν (απλό)
- 千切った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 千切りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 千切らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 千切りませんでした
- Τε-μορφή
- 千切って
- Δυνητική
- 千切れる
- Προστακτική
- 千切れ
- Βουλητική
- 千切ろう
- Υποθετική (ば)
- 千切れば
- Υποθετική (たら)
- 千切ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 千切りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 千切るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 千切りなさい
- Παθητική
- 千切られる
- Αιτιατική
- 千切らせる