なか

ουσιαστικό, επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μέση, ενδιάμεσα, στα μισά
  2. 02 μισό, το μισό (ενός πράγματος)
  3. 03 εν μέρει, μερικώς, μισο- (ως πρόθημα, π.χ. μισοτελειωμένος, μισοαστεία)
  4. 04 σχεδόν, παραλίγο, κυρίως

Παραδείγματα

  • よる半ばなかばです。

    Είναι μέσα στη νύχτα.

  • まだ仕事しごと半ばなかばです。

    Η δουλειά είναι ακόμα στη μέση.

  • かれ発言はつげんは、半ばなかば本気ほんきで、半ばなかば冗談じょうだんだったとわたし解釈かいしゃくしました。

    Θεώρησα ότι αυτό που είπε ήταν εν μέρει σοβαρό και εν μέρει αστείο.