Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
半人前
はんにんまえ
半
半
はん
人
にん
前
まえ
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
μισή μερίδα
02
άπειρος, αδόκιμος, ανεπαρκής, ανίκανος, άχρηστος