はんせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόψιμο στη μέση
  2. 02 ειδικά ως 半折 ζωγραφική ή καλλιγραφία σε χαρτί μισού μεγέθους
  3. 03 χαρτί μισού μεγέθους

Κλίση

Παρόν (απλό)
半切する
Παρόν (ευγενικό)
半切します
Άρνηση (απλή)
半切しない
Άρνηση (ευγενική)
半切しません
Παρελθόν (απλό)
半切した
Παρελθόν (ευγενικό)
半切しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
半切しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
半切しませんでした
Τε-μορφή
半切して
Δυνητική
半切できる
Προστακτική
半切しろ
Βουλητική
半切しよう
Υποθετική (ば)
半切すれば