はんかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ημιανοικτός, μισάνοικτος
  2. 02 ημιπολιτισμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
半開する
Παρόν (ευγενικό)
半開します
Άρνηση (απλή)
半開しない
Άρνηση (ευγενική)
半開しません
Παρελθόν (απλό)
半開した
Παρελθόν (ευγενικό)
半開しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
半開しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
半開しませんでした
Τε-μορφή
半開して
Δυνητική
半開できる
Προστακτική
半開しろ
Βουλητική
半開しよう
Υποθετική (ば)
半開すれば