きょう

επίθετο, ουσιαστικό | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άνανδρος, δειλός, άτολμος
  2. 02 άδικος, μοχθηρός, ύπουλος, ανέντιμος, θρασύδειλος

Παραδείγματα

  • かれ卑怯ひきょうです

    Είναι δειλός.

  • そんなことをするのは卑怯ひきょうだとおもいます。

    Θεωρώ ότι είναι δειλό να κάνεις κάτι τέτοιο.

  • どんなにくるしくても、ひと裏切うらぎるような卑怯ひきょう真似まねはしたくない。

    Όσο δύσκολα κι αν έρθουν τα πράγματα, δεν θέλω να κάνω κάτι τόσο άνανδρο όσο το να προδώσω άλλους.