しゅっきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάνατος (ευγενούς κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
卒去する
Παρόν (ευγενικό)
卒去します
Άρνηση (απλή)
卒去しない
Άρνηση (ευγενική)
卒去しません
Παρελθόν (απλό)
卒去した
Παρελθόν (ευγενικό)
卒去しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
卒去しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
卒去しませんでした
Τε-μορφή
卒去して
Δυνητική
卒去できる
Προστακτική
卒去しろ
Βουλητική
卒去しよう
Υποθετική (ば)
卒去すれば