卒婚
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φιλικός χωρισμός έγγαμου ζευγαριού (χωρίς την υποβολή διαζυγίου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 卒婚する
- Παρόν (ευγενικό)
- 卒婚します
- Άρνηση (απλή)
- 卒婚しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 卒婚しません
- Παρελθόν (απλό)
- 卒婚した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 卒婚しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 卒婚しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 卒婚しませんでした
- Τε-μορφή
- 卒婚して
- Δυνητική
- 卒婚できる
- Προστακτική
- 卒婚しろ
- Βουλητική
- 卒婚しよう
- Υποθετική (ば)
- 卒婚すれば
- Υποθετική (たら)
- 卒婚したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 卒婚したい
- Απαγορευτική (~な)
- 卒婚するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 卒婚しなさい
- Παθητική
- 卒婚される
- Αιτιατική
- 卒婚させる