たくかこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γευματίζω μαζί, κάθομαι στο τραπέζι

Κλίση

Παρόν (απλό)
卓を囲む
Παρόν (ευγενικό)
卓を囲みます
Άρνηση (απλή)
卓を囲まない
Άρνηση (ευγενική)
卓を囲みません
Παρελθόν (απλό)
卓を囲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
卓を囲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
卓を囲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
卓を囲みませんでした
Τε-μορφή
卓を囲んで
Δυνητική
卓を囲める
Προστακτική
卓を囲め
Βουλητική
卓を囲もう
Υποθετική (ば)
卓を囲めば