たくぜつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αριστεία, υπεροχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
卓絶する
Παρόν (ευγενικό)
卓絶します
Άρνηση (απλή)
卓絶しない
Άρνηση (ευγενική)
卓絶しません
Παρελθόν (απλό)
卓絶した
Παρελθόν (ευγενικό)
卓絶しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
卓絶しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
卓絶しませんでした
Τε-μορφή
卓絶して
Δυνητική
卓絶できる
Προστακτική
卓絶しろ
Βουλητική
卓絶しよう
Υποθετική (ば)
卓絶すれば