きょうしんりくりょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κοινή προσπάθεια, σύμπνοια, ένωση δυνάμεων (με κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
協心戮力する
Παρόν (ευγενικό)
協心戮力します
Άρνηση (απλή)
協心戮力しない
Άρνηση (ευγενική)
協心戮力しません
Παρελθόν (απλό)
協心戮力した
Παρελθόν (ευγενικό)
協心戮力しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
協心戮力しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
協心戮力しませんでした
Τε-μορφή
協心戮力して
Δυνητική
協心戮力できる
Προστακτική
協心戮力しろ
Βουλητική
協心戮力しよう
Υποθετική (ば)
協心戮力すれば